とど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναφέρω, γνωστοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
届け出る
Παρόν (ευγενικό)
届け出ます
Άρνηση (απλή)
届け出ない
Άρνηση (ευγενική)
届け出ません
Παρελθόν (απλό)
届け出た
Παρελθόν (ευγενικό)
届け出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
届け出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
届け出ませんでした
Τε-μορφή
届け出て
Δυνητική
届け出られる
Προστακτική
届け出ろ
Βουλητική
届け出よう
Υποθετική (ば)
届け出れば