屋や

επίθημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おく

  1. 01 επίθημα κατάστημα, μαγαζί, εστιατόριο
  2. 02 επίθημα κάποιος που πουλάει (κάτι) ή εργάζεται ως (κάτι)
  3. 03 επίθημα κάποιος με (συγκεκριμένο) χαρακτηριστικό προσωπικότητας
  4. 04 σπίτι
  5. 05 στέγη

Παραδείγματα

  • これは本屋ほんやです。

    Αυτό είναι ένα βιβλιοπωλείο.

  • あのパン屋やさんはおいしいパンを作つくります。

    Ο φούρναρης σε αυτό το αρτοποιείο φτιάχνει νόστιμο ψωμί.

  • 彼かれは本当ほんとうに泣なき虫むし屋やで、些細ささいなことでもすぐに泣なき出だしてしまいます。

    Είναι τόσο κλαψιάρης που αρχίζει αμέσως να κλαίει ακόμα και για ασήμαντα πράγματα.