そううす

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που έχει λεπτό στρώμα
  2. 02 που διαθέτει περιορισμένο αριθμό επιλογών (αναφορικά με ταλέντα, υποψηφίους κ.λπ.), που στερείται βάθους

Κλίση

Παρόν (απλό)
層が薄い
Παρόν (ευγενικό)
層が薄いです
Άρνηση (απλή)
層が薄くない
Άρνηση (ευγενική)
層が薄くないです
Παρελθόν (απλό)
層が薄かった
Παρελθόν (ευγενικό)
層が薄かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
層が薄くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
層が薄くなかったです
Τε-μορφή
層が薄くて
Υποθετική (ば)
層が薄ければ