ふる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φθείρω με τη χρήση, λιώνω από το πολύ φόρεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
履き古す
Παρόν (ευγενικό)
履き古します
Άρνηση (απλή)
履き古さない
Άρνηση (ευγενική)
履き古しません
Παρελθόν (απλό)
履き古した
Παρελθόν (ευγενικό)
履き古しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
履き古さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
履き古しませんでした
Τε-μορφή
履き古して
Δυνητική
履き古せる
Προστακτική
履き古せ
Βουλητική
履き古そう
Υποθετική (ば)
履き古せば