てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φθείρω υποδήματα ή κάλτσες από τη χρήση και τα πετώ
  2. 02 κλοτσώ για να βγάλω τα υποδήματα, πετώ απότομα τα υποδήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
履き捨てる
Παρόν (ευγενικό)
履き捨てます
Άρνηση (απλή)
履き捨てない
Άρνηση (ευγενική)
履き捨てません
Παρελθόν (απλό)
履き捨てた
Παρελθόν (ευγενικό)
履き捨てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
履き捨てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
履き捨てませんでした
Τε-μορφή
履き捨てて
Δυνητική
履き捨てられる
Προστακτική
履き捨てろ
Βουλητική
履き捨てよう
Υποθετική (ば)
履き捨てれば