履はく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοράω (για ρούχα κάτω μέρους του σώματος, π.χ. παντελόνι, φούστα, υποδήματα)
  2. 02 στερεώνω, προσδένω (ένα σπαθί στο ισχίο)
  3. 03 αρχαϊκό στερεώνω, προσδένω (χορδή σε τόξο)

Παραδείγματα

  • 靴くつを履はきます。

    Φοράω παπούτσια.

  • 新あたらしい靴くつを履はいて、出でかけます。

    Φοράω τα καινούρια μου παπούτσια και βγαίνω.

  • 雨あめの日ひは、滑すべりにくいブーツを履はくようにしています。

    Τις βροχερές μέρες, προσπαθώ να φοράω μπότες που δεν γλιστρούν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
履く
Παρόν (ευγενικό)
履きます
Άρνηση (απλή)
履かない
Άρνηση (ευγενική)
履きません
Παρελθόν (απλό)
履いた
Παρελθόν (ευγενικό)
履きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
履かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
履きませんでした
Τε-μορφή
履いて
Δυνητική
履ける
Προστακτική
履け
Βουλητική
履こう
Υποθετική (ば)
履けば