たむろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι, αράζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
屯う
Παρόν (ευγενικό)
屯います
Άρνηση (απλή)
屯わない
Άρνηση (ευγενική)
屯いません
Παρελθόν (απλό)
屯った
Παρελθόν (ευγενικό)
屯いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屯わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屯いませんでした
Τε-μορφή
屯って
Δυνητική
屯える
Προστακτική
屯え
Βουλητική
屯おう
Υποθετική (ば)
屯えば