たむろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, αράζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παρατάσσομαι (στρατεύματα), στρατοπεδεύω, διαμένω σε στρατώνες

Κλίση

Παρόν (απλό)
屯す
Παρόν (ευγενικό)
屯します
Άρνηση (απλή)
屯さない
Άρνηση (ευγενική)
屯しません
Παρελθόν (απλό)
屯した
Παρελθόν (ευγενικό)
屯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屯さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屯しませんでした
Τε-μορφή
屯して
Δυνητική
屯せる
Προστακτική
屯せ
Βουλητική
屯そう
Υποθετική (ば)
屯せば