とんえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρατιωτικό στρατόπεδο, στρατώνες, καταυλισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
屯営する
Παρόν (ευγενικό)
屯営します
Άρνηση (απλή)
屯営しない
Άρνηση (ευγενική)
屯営しません
Παρελθόν (απλό)
屯営した
Παρελθόν (ευγενικό)
屯営しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
屯営しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
屯営しませんでした
Τε-μορφή
屯営して
Δυνητική
屯営できる
Προστακτική
屯営しろ
Βουλητική
屯営しよう
Υποθετική (ば)
屯営すれば