やまえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βλέπω φως στο βάθος της διαδικασίας, βλέπω το βουνό

Κλίση

Παρόν (απλό)
山が見える
Παρόν (ευγενικό)
山が見えます
Άρνηση (απλή)
山が見えない
Άρνηση (ευγενική)
山が見えません
Παρελθόν (απλό)
山が見えた
Παρελθόν (ευγενικό)
山が見えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
山が見えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
山が見えませんでした
Τε-μορφή
山が見えて
Δυνητική
山が見えられる
Προστακτική
山が見えろ
Βουλητική
山が見えよう
Υποθετική (ば)
山が見えれば