やまをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ρισκάρω, κάνω μια τεκμηριωμένη εικασία, ποντάρω (π.χ. στο να πετύχω τις σωστές ερωτήσεις)

Κλίση

Παρόν (απλό)
山をかける
Παρόν (ευγενικό)
山をかけます
Άρνηση (απλή)
山をかけない
Άρνηση (ευγενική)
山をかけません
Παρελθόν (απλό)
山をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
山をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
山をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
山をかけませんでした
Τε-μορφή
山をかけて
Δυνητική
山をかけられる
Προστακτική
山をかけろ
Βουλητική
山をかけよう
Υποθετική (ば)
山をかければ