やま

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαρχιώτης, άτομο από την ύπαιθρο, αγροίκος που μόλις έφτασε από την επαρχία
  2. 02 μεταφορά από τα βουνά (π.χ. κομμένης ξυλείας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
山出しする
Παρόν (ευγενικό)
山出しします
Άρνηση (απλή)
山出ししない
Άρνηση (ευγενική)
山出ししません
Παρελθόν (απλό)
山出しした
Παρελθόν (ευγενικό)
山出ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
山出ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
山出ししませんでした
Τε-μορφή
山出しして
Δυνητική
山出しできる
Προστακτική
山出ししろ
Βουλητική
山出ししよう
Υποθετική (ば)
山出しすれば