やまくず

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατολίσθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
山崩れする
Παρόν (ευγενικό)
山崩れします
Άρνηση (απλή)
山崩れしない
Άρνηση (ευγενική)
山崩れしません
Παρελθόν (απλό)
山崩れした
Παρελθόν (ευγενικό)
山崩れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
山崩れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
山崩れしませんでした
Τε-μορφή
山崩れして
Δυνητική
山崩れできる
Προστακτική
山崩れしろ
Βουλητική
山崩れしよう
Υποθετική (ば)
山崩れすれば