さんらい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σμίλαξ η λεία (είδος σαρσαπαρίλλας)
  2. 02 καθομιλουμένη σμίλαξ η σινική (είδος σαρσαπαρίλλας)