やま

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάσχιση βουνού

Κλίση

Παρόν (απλό)
山越えする
Παρόν (ευγενικό)
山越えします
Άρνηση (απλή)
山越えしない
Άρνηση (ευγενική)
山越えしません
Παρελθόν (απλό)
山越えした
Παρελθόν (ευγενικό)
山越えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
山越えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
山越えしませんでした
Τε-μορφή
山越えして
Δυνητική
山越えできる
Προστακτική
山越えしろ
Βουλητική
山越えしよう
Υποθετική (ば)
山越えすれば