あがめたてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέβομαι, τιμώ, λατρεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
崇めたてる
Παρόν (ευγενικό)
崇めたてます
Άρνηση (απλή)
崇めたてない
Άρνηση (ευγενική)
崇めたてません
Παρελθόν (απλό)
崇めたてた
Παρελθόν (ευγενικό)
崇めたてました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
崇めたてなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
崇めたてませんでした
Τε-μορφή
崇めたてて
Δυνητική
崇めたてられる
Προστακτική
崇めたてろ
Βουλητική
崇めたてよう
Υποθετική (ば)
崇めたてれば