ほうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδημώ εις κύριον, πεθαίνω (για αυτοκράτορα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
崩ずる
Παρόν (ευγενικό)
崩ずます
Άρνηση (απλή)
崩ずない
Άρνηση (ευγενική)
崩ずません
Παρελθόν (απλό)
崩ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
崩ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
崩ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
崩ずませんでした
Τε-μορφή
崩ずて
Δυνητική
崩ずられる
Προστακτική
崩ずろ
Βουλητική
崩ずよう
Υποθετική (ば)
崩ずれば