くずれかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να καταρρέω
  2. 02 καταρρέω και πέφτω πάνω σε άλλο αντικείμενο

Κλίση

Παρόν (απλό)
崩れかかる
Παρόν (ευγενικό)
崩れかかります
Άρνηση (απλή)
崩れかからない
Άρνηση (ευγενική)
崩れかかりません
Παρελθόν (απλό)
崩れかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
崩れかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
崩れかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
崩れかかりませんでした
Τε-μορφή
崩れかかって
Δυνητική
崩れかかれる
Προστακτική
崩れかかれ
Βουλητική
崩れかかろう
Υποθετική (ば)
崩れかかれば