崩くずれ落おちる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταρρέω, σωριάζομαι, πέφτω

Παραδείγματα

  • 壁かべが崩れ落ちるくずれおちる。

    Ο τοίχος καταρρέει.

  • 疲つかれて、その場ばに崩れ落ちたくずれおちた。

    Ήμουν κουρασμένος και σωριάστηκα επί τόπου.

  • 地震じしんで家屋かおくが次々つぎつぎと崩れ落ちるくずれおちる光景こうけいに、住民じゅうみんは言葉ことばを失うしなった。

    Οι κάτοικοι έμειναν άφωνοι βλέποντας τα σπίτια να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο λόγω του σεισμού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
崩れ落ちる
Παρόν (ευγενικό)
崩れ落ちます
Άρνηση (απλή)
崩れ落ちない
Άρνηση (ευγενική)
崩れ落ちません
Παρελθόν (απλό)
崩れ落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
崩れ落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
崩れ落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
崩れ落ちませんでした
Τε-μορφή
崩れ落ちて
Δυνητική
崩れ落ちられる
Προστακτική
崩れ落ちろ
Βουλητική
崩れ落ちよう
Υποθετική (ば)
崩れ落ちれば