嵌まる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ταιριάζω, μπαίνω μέσα, προσαρμόζομαι (π.χ. πόρτα με παράθυρο)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι κατάλληλος για (εργασία κ.λπ.), ταιριάζω, ικανοποιώ (συνθήκες)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα πέφτω μέσα, βυθίζομαι, κολλάω, εγκλωβίζομαι
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώμαι, την πατάω, πέφτω σε παγίδα
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα εθίζομαι, παρασύρομαι, ξετρελαίνομαι, κολλάω με κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嵌まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 嵌まります
- Άρνηση (απλή)
- 嵌まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嵌まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 嵌まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嵌まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嵌まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嵌まりませんでした
- Τε-μορφή
- 嵌まって
- Δυνητική
- 嵌まれる
- Προστακτική
- 嵌まれ
- Βουλητική
- 嵌まろう
- Υποθετική (ば)
- 嵌まれば
- Υποθετική (たら)
- 嵌まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嵌まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 嵌まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嵌まりなさい
- Παθητική
- 嵌まられる
- Αιτιατική
- 嵌まらせる