嵌合
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναρμογή, ταίριασμα (π.χ. παξιμαδιών και κοχλιών), προσαρμογή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嵌合する
- Παρόν (ευγενικό)
- 嵌合します
- Άρνηση (απλή)
- 嵌合しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嵌合しません
- Παρελθόν (απλό)
- 嵌合した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嵌合しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嵌合しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嵌合しませんでした
- Τε-μορφή
- 嵌合して
- Δυνητική
- 嵌合できる
- Προστακτική
- 嵌合しろ
- Βουλητική
- 嵌合しよう
- Υποθετική (ば)
- 嵌合すれば
- Υποθετική (たら)
- 嵌合したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嵌合したい
- Απαγορευτική (~な)
- 嵌合するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嵌合しなさい
- Παθητική
- 嵌合される
- Αιτιατική
- 嵌合させる