嵐あらし

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταιγίδα, θύελλα, τρικυμία
  2. 02 ιδιωματισμός αναταραχή, σάλος, φασαρία, θύελλα (π.χ. διαμαρτυριών), άνεμοι (π.χ. αλλαγής)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα στοίβα τριών φύλλων ίδιας αξίας στο οϊτσο-κάμπου

Παραδείγματα

  • 嵐あらしが来きます。

    Έρχεται καταιγίδα.

  • 夜中よなかに激はげしい嵐あらしが来きました。

    Το βράδυ ξέσπασε μια σφοδρή καταιγίδα.

  • 突然とつぜんの嵐あらしで、予定よていしていた海岸かいがんへのドライブは中止ちゅうしせざるをえなかった。

    Λόγω της ξαφνικής καταιγίδας, αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε την προγραμματισμένη βόλτα μας στην παραλία.