嵩む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συσσωρεύομαι, συσσωρεύω, αυξάνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嵩む
- Παρόν (ευγενικό)
- 嵩みます
- Άρνηση (απλή)
- 嵩まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嵩みません
- Παρελθόν (απλό)
- 嵩んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嵩みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嵩まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嵩みませんでした
- Τε-μορφή
- 嵩んで
- Δυνητική
- 嵩める
- Προστακτική
- 嵩め
- Βουλητική
- 嵩もう
- Υποθετική (ば)
- 嵩めば
- Υποθετική (たら)
- 嵩んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嵩みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 嵩むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嵩みなさい
- Παθητική
- 嵩まれる
- Αιτιατική
- 嵩ませる