かさ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανύψωση (αναχώματος, αναχώματος, κ.λπ.)
  2. 02 αύξηση (προϋπολογισμού, τελών, κ.λπ.), ανατίμηση, φούσκωμα (στοιχείων), παραφούσκωμα (λογαριασμού εξόδων, τιμολογίου, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
嵩上げする
Παρόν (ευγενικό)
嵩上げします
Άρνηση (απλή)
嵩上げしない
Άρνηση (ευγενική)
嵩上げしません
Παρελθόν (απλό)
嵩上げした
Παρελθόν (ευγενικό)
嵩上げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嵩上げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嵩上げしませんでした
Τε-μορφή
嵩上げして
Δυνητική
嵩上げできる
Προστακτική
嵩上げしろ
Βουλητική
嵩上げしよう
Υποθετική (ば)
嵩上げすれば