かわあそ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκεδάζω στο ποτάμι (π.χ. κάνοντας βαρκάδα, κολύμπι, ψάρεμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
川遊びする
Παρόν (ευγενικό)
川遊びします
Άρνηση (απλή)
川遊びしない
Άρνηση (ευγενική)
川遊びしません
Παρελθόν (απλό)
川遊びした
Παρελθόν (ευγενικό)
川遊びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
川遊びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
川遊びしませんでした
Τε-μορφή
川遊びして
Δυνητική
川遊びできる
Προστακτική
川遊びしろ
Βουλητική
川遊びしよう
Υποθετική (ば)
川遊びすれば