かわ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψάρεμα σε ποτάμι

Κλίση

Παρόν (απλό)
川釣りする
Παρόν (ευγενικό)
川釣りします
Άρνηση (απλή)
川釣りしない
Άρνηση (ευγενική)
川釣りしません
Παρελθόν (απλό)
川釣りした
Παρελθόν (ευγενικό)
川釣りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
川釣りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
川釣りしませんでした
Τε-μορφή
川釣りして
Δυνητική
川釣りできる
Προστακτική
川釣りしろ
Βουλητική
川釣りしよう
Υποθετική (ば)
川釣りすれば