ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω από τη φωλιά
  2. 02 ιδιωματισμός βγαίνω στον κόσμο, ανεξαρτοποιούμαι (από τους γονείς), αποφοιτώ (και γίνομαι μέλος της κοινωνίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
巣立つ
Παρόν (ευγενικό)
巣立ちます
Άρνηση (απλή)
巣立たない
Άρνηση (ευγενική)
巣立ちません
Παρελθόν (απλό)
巣立った
Παρελθόν (ευγενικό)
巣立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巣立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巣立ちませんでした
Τε-μορφή
巣立って
Δυνητική
巣立てる
Προστακτική
巣立て
Βουλητική
巣立とう
Υποθετική (ば)
巣立てば