ばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη της φωλιάς, ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
巣離れする
Παρόν (ευγενικό)
巣離れします
Άρνηση (απλή)
巣離れしない
Άρνηση (ευγενική)
巣離れしません
Παρελθόν (απλό)
巣離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
巣離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巣離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巣離れしませんでした
Τε-μορφή
巣離れして
Δυνητική
巣離れできる
Προστακτική
巣離れしろ
Βουλητική
巣離れしよう
Υποθετική (ば)
巣離れすれば