巣食う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φτιάχνω φωλιά, φωλιάζω
- 02 συχνάζω (για κακόβουλη ομάδα), εδρεύω, στοιχειώνω
- 03 εμφωλεύω (στο μυαλό κάποιου· για κακές σκέψεις, αυταπάτες κ.λπ.), ριζώνω, εγκαθίσταμαι (στην καρδιά κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 巣食う
- Παρόν (ευγενικό)
- 巣食います
- Άρνηση (απλή)
- 巣食わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 巣食いません
- Παρελθόν (απλό)
- 巣食った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 巣食いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 巣食わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 巣食いませんでした
- Τε-μορφή
- 巣食って
- Δυνητική
- 巣食える
- Προστακτική
- 巣食え
- Βουλητική
- 巣食おう
- Υποθετική (ば)
- 巣食えば
- Υποθετική (たら)
- 巣食ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 巣食いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 巣食うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 巣食いなさい
- Παθητική
- 巣食われる
- Αιτιατική
- 巣食わせる