こうぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκβιομηχάνιση
  2. 02 εγκαθίδρυση συστήματος παραγωγής, θέση σε παραγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
工業化する
Παρόν (ευγενικό)
工業化します
Άρνηση (απλή)
工業化しない
Άρνηση (ευγενική)
工業化しません
Παρελθόν (απλό)
工業化した
Παρελθόν (ευγενικό)
工業化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
工業化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
工業化しませんでした
Τε-μορφή
工業化して
Δυνητική
工業化できる
Προστακτική
工業化しろ
Βουλητική
工業化しよう
Υποθετική (ば)
工業化すれば