ひだりまえになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακμάζω (π.χ. για μια επιχείρηση), βρίσκομαι σε οικονομική δυσχέρεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
左前になる
Παρόν (ευγενικό)
左前になります
Άρνηση (απλή)
左前にならない
Άρνηση (ευγενική)
左前になりません
Παρελθόν (απλό)
左前になった
Παρελθόν (ευγενικό)
左前になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
左前にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
左前になりませんでした
Τε-μορφή
左前になって
Δυνητική
左前になれる
Προστακτική
左前になれ
Βουλητική
左前になろう
Υποθετική (ば)
左前になれば