たく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μηχανεύομαι, σχεδιάζω, καταστρώνω πλάνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
巧む
Παρόν (ευγενικό)
巧みます
Άρνηση (απλή)
巧まない
Άρνηση (ευγενική)
巧みません
Παρελθόν (απλό)
巧んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
巧みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巧まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巧みませんでした
Τε-μορφή
巧んで
Δυνητική
巧める
Προστακτική
巧め
Βουλητική
巧もう
Υποθετική (ば)
巧めば