巫山戯る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αστειεύομαι, λέω πλάκες, πειράζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κοροϊδεύω, ειρωνεύομαι, κάνω φάρσα
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα παιχνιδίζω, σκανταλίζω, παίζω ξέγνοιαστα, χαζολογώ, αλητεύω, κάνω αταξίες
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα φιλιέμαι ερωτικά, ερωτοτροπώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 巫山戯る
- Παρόν (ευγενικό)
- 巫山戯ます
- Άρνηση (απλή)
- 巫山戯ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 巫山戯ません
- Παρελθόν (απλό)
- 巫山戯た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 巫山戯ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 巫山戯なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 巫山戯ませんでした
- Τε-μορφή
- 巫山戯て
- Δυνητική
- 巫山戯られる
- Προστακτική
- 巫山戯ろ
- Βουλητική
- 巫山戯よう
- Υποθετική (ば)
- 巫山戯れば
- Υποθετική (たら)
- 巫山戯たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 巫山戯たい
- Απαγορευτική (~な)
- 巫山戯るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 巫山戯なさい
- Παθητική
- 巫山戯られる
- Αιτιατική
- 巫山戯させる