差さし上あげる

ρήμα, άλλο | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω, υψώνω, κρατώ ψηλά
  2. 02 ταπεινό δίνω, προσφέρω
  3. 03 ταπεινό κάνω (για κάποιον)

Παραδείγματα

  • 先生せんせいに本ほんを差さし上あげます。

    Δίνω ένα βιβλίο στον δάσκαλο.

  • 重おもい荷物にもつをお持もち差さし上あげましょうか。

    Να σας κουβαλήσω τις βαριές αποσκευές;

  • 先日せんじつは大変たいへんお世話せわになりましたので、ささやかながらお礼れいの品しなを差さし上あげたく存ぞんじます。

    Επειδή με βοηθήσατε πολύ προχθές, θα ήθελα να σας προσφέρω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し上げる
Παρόν (ευγενικό)
差し上げます
Άρνηση (απλή)
差し上げない
Άρνηση (ευγενική)
差し上げません
Παρελθόν (απλό)
差し上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し上げませんでした
Τε-μορφή
差し上げて
Δυνητική
差し上げられる
Προστακτική
差し上げろ
Βουλητική
差し上げよう
Υποθετική (ば)
差し上げれば