差し上る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντέρχομαι, ανατέλλω (π.χ. ήλιος, σελήνη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 差し上る
- Παρόν (ευγενικό)
- 差し上ります
- Άρνηση (απλή)
- 差し上らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 差し上りません
- Παρελθόν (απλό)
- 差し上った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 差し上りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 差し上らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 差し上りませんでした
- Τε-μορφή
- 差し上って
- Δυνητική
- 差し上れる
- Προστακτική
- 差し上れ
- Βουλητική
- 差し上ろう
- Υποθετική (ば)
- 差し上れば
- Υποθετική (たら)
- 差し上ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 差し上りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 差し上るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 差し上りなさい
- Παθητική
- 差し上られる
- Αιτιατική
- 差し上らせる