差し入れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισάγω, τοποθετώ μέσα
- 02 στέλνω (σε φυλακισμένο, π.χ. ρούχα, βιβλία)
- 03 παραδίδω (φαγητό, αναψυκτικά κ.λπ. σε εργαζόμενους), ανεφοδιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 差し入れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 差し入れます
- Άρνηση (απλή)
- 差し入れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 差し入れません
- Παρελθόν (απλό)
- 差し入れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 差し入れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 差し入れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 差し入れませんでした
- Τε-μορφή
- 差し入れて
- Δυνητική
- 差し入れられる
- Προστακτική
- 差し入れろ
- Βουλητική
- 差し入れよう
- Υποθετική (ば)
- 差し入れれば
- Υποθετική (たら)
- 差し入れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 差し入れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 差し入れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 差し入れなさい
- Παθητική
- 差し入れられる
- Αιτιατική
- 差し入れさせる