差し向かう
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 差し向かう
- Παρόν (ευγενικό)
- 差し向かいます
- Άρνηση (απλή)
- 差し向かわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 差し向かいません
- Παρελθόν (απλό)
- 差し向かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 差し向かいました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 差し向かわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 差し向かいませんでした
- Τε-μορφή
- 差し向かって
- Δυνητική
- 差し向かえる
- Προστακτική
- 差し向かえ
- Βουλητική
- 差し向かおう
- Υποθετική (ば)
- 差し向かえば
- Υποθετική (たら)
- 差し向かったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 差し向かいたい
- Απαγορευτική (~な)
- 差し向かうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 差し向かいなさい
- Παθητική
- 差し向かわれる
- Αιτιατική
- 差し向かわせる