ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέλνω, κατευθύνω, αποστέλλω (πρόσωπο, όχημα κ.λπ.)
  2. 02 κατευθύνω (προσοχή), στρέφω (προβολέα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し向ける
Παρόν (ευγενικό)
差し向けます
Άρνηση (απλή)
差し向けない
Άρνηση (ευγενική)
差し向けません
Παρελθόν (απλό)
差し向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し向けませんでした
Τε-μορφή
差し向けて
Δυνητική
差し向けられる
Προστακτική
差し向けろ
Βουλητική
差し向けよう
Υποθετική (ば)
差し向ければ