ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφαιρώ, κρατώ, κάνω έκπτωση
  2. 02 λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω
  3. 03 παλινδρομώ, παρουσιάζω άμπωτη και πλημμυρίδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し引く
Παρόν (ευγενικό)
差し引きます
Άρνηση (απλή)
差し引かない
Άρνηση (ευγενική)
差し引きません
Παρελθόν (απλό)
差し引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し引きませんでした
Τε-μορφή
差し引いて
Δυνητική
差し引ける
Προστακτική
差し引け
Βουλητική
差し引こう
Υποθετική (ば)
差し引けば