まね

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω νόημα σε κάποιον να πλησιάσει, προσκαλώ
  2. 02 δίνω διαταγές

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し招く
Παρόν (ευγενικό)
差し招きます
Άρνηση (απλή)
差し招かない
Άρνηση (ευγενική)
差し招きません
Παρελθόν (απλό)
差し招いた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し招きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し招かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し招きませんでした
Τε-μορφή
差し招いて
Δυνητική
差し招ける
Προστακτική
差し招け
Βουλητική
差し招こう
Υποθετική (ば)
差し招けば