はさ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοποθετώ ανάμεσα, παρεμβάλλω
  2. 02 διακόπτω, παρεμβάλλω έναν λόγο
  3. 03 τρέφω, διατηρώ (π.χ. αμφιβολίες, μια θεωρία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し挟む
Παρόν (ευγενικό)
差し挟みます
Άρνηση (απλή)
差し挟まない
Άρνηση (ευγενική)
差し挟みません
Παρελθόν (απλό)
差し挟んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
差し挟みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し挟まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し挟みませんでした
Τε-μορφή
差し挟んで
Δυνητική
差し挟める
Προστακτική
差し挟め
Βουλητική
差し挟もう
Υποθετική (ば)
差し挟めば