かる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλησιάζω, φτάνω κοντά
  2. 02 βρίσκομαι στο κατώφλι, είμαι έτοιμος να φτάσω σε ένα στάδιο ή μια περίοδο, προσεγγίζω (π.χ. κορύφωση)
  3. 03 προεξέχω, κρέμομαι από πάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し掛かる
Παρόν (ευγενικό)
差し掛かります
Άρνηση (απλή)
差し掛からない
Άρνηση (ευγενική)
差し掛かりません
Παρελθόν (απλό)
差し掛かった
Παρελθόν (ευγενικό)
差し掛かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し掛からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し掛かりませんでした
Τε-μορφή
差し掛かって
Δυνητική
差し掛かれる
Προστακτική
差し掛かれ
Βουλητική
差し掛かろう
Υποθετική (ば)
差し掛かれば