ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ ομπρέλα πάνω από κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し掛ける
Παρόν (ευγενικό)
差し掛けます
Άρνηση (απλή)
差し掛けない
Άρνηση (ευγενική)
差し掛けません
Παρελθόν (απλό)
差し掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し掛けませんでした
Τε-μορφή
差し掛けて
Δυνητική
差し掛けられる
Προστακτική
差し掛けろ
Βουλητική
差し掛けよう
Υποθετική (ば)
差し掛ければ