ひかえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετριάζω, περιορίζω
  2. 02 απέχω (από κάτι), συγκρατούμαι (από μια ανακοίνωση, σχόλιο κ.λπ.)
  3. 03 βρίσκομαι δίπλα, βρίσκομαι πλησίον

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し控える
Παρόν (ευγενικό)
差し控えます
Άρνηση (απλή)
差し控えない
Άρνηση (ευγενική)
差し控えません
Παρελθόν (απλό)
差し控えた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し控えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し控えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し控えませんでした
Τε-μορφή
差し控えて
Δυνητική
差し控えられる
Προστακτική
差し控えろ
Βουλητική
差し控えよう
Υποθετική (ば)
差し控えれば