ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποιώ, ρυθμίζω
  2. 02 διαχειρίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し繰る
Παρόν (ευγενικό)
差し繰ります
Άρνηση (απλή)
差し繰らない
Άρνηση (ευγενική)
差し繰りません
Παρελθόν (απλό)
差し繰った
Παρελθόν (ευγενικό)
差し繰りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し繰らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し繰りませんでした
Τε-μορφή
差し繰って
Δυνητική
差し繰れる
Προστακτική
差し繰れ
Βουλητική
差し繰ろう
Υποθετική (ば)
差し繰れば