ちがえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοποθετώ λανθασμένα, βάζω σε λάθος θέση
  2. 02 σφάλλω στην απόφαση για τον νικητή

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し違える
Παρόν (ευγενικό)
差し違えます
Άρνηση (απλή)
差し違えない
Άρνηση (ευγενική)
差し違えません
Παρελθόν (απλό)
差し違えた
Παρελθόν (ευγενικό)
差し違えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し違えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し違えませんでした
Τε-μορφή
差し違えて
Δυνητική
差し違えられる
Προστακτική
差し違えろ
Βουλητική
差し違えよう
Υποθετική (ば)
差し違えれば