さしとめせいきゅうけん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικαίωμα ασκήσεως αγωγής για την παύση ή την παράλειψη προσβολής, δικαίωμα αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων