おのれ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοπειθαρχώ, ελέγχω τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
己に克つ
Παρόν (ευγενικό)
己に克ちます
Άρνηση (απλή)
己に克たない
Άρνηση (ευγενική)
己に克ちません
Παρελθόν (απλό)
己に克った
Παρελθόν (ευγενικό)
己に克ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
己に克たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
己に克ちませんでした
Τε-μορφή
己に克って
Δυνητική
己に克てる
Προστακτική
己に克て
Βουλητική
己に克とう
Υποθετική (ば)
己に克てば