げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγω, ανασηκώνω, ανεβάζω
  2. 02 αφαιρώ, υπεξαιρώ (π.χ. χρήματα από κάποιον)
  3. 03 σηκώνω (σκόνη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
巻き上げる
Παρόν (ευγενικό)
巻き上げます
Άρνηση (απλή)
巻き上げない
Άρνηση (ευγενική)
巻き上げません
Παρελθόν (απλό)
巻き上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
巻き上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巻き上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巻き上げませんでした
Τε-μορφή
巻き上げて
Δυνητική
巻き上げられる
Προστακτική
巻き上げろ
Βουλητική
巻き上げよう
Υποθετική (ば)
巻き上げれば