もど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγω πίσω, επαναφέρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
巻き戻す
Παρόν (ευγενικό)
巻き戻します
Άρνηση (απλή)
巻き戻さない
Άρνηση (ευγενική)
巻き戻しません
Παρελθόν (απλό)
巻き戻した
Παρελθόν (ευγενικό)
巻き戻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巻き戻さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巻き戻しませんでした
Τε-μορφή
巻き戻して
Δυνητική
巻き戻せる
Προστακτική
巻き戻せ
Βουλητική
巻き戻そう
Υποθετική (ば)
巻き戻せば